ΣΟΥΖΑΝΑ ΑΝΤΩΝΑΚΑΚΗ

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

2007

Στην εποχή της αβεβαιότητας και της σύγχυσης που βιώνουμε αυτό που διακυβεύεται είναι ο πολιτισμός και η αρχιτεκτονική υπήρξε για αιώνες από τους στυλοβάτες του πολιτισμού, γι αυτό τον λόγο εθεωρείτο μητέρα των τεχνών.

Όμως τα πράγματα άλλαξαν για διάφορους λόγους, ήδη ο Victor Hugo στα 1831 στο γνωστό του κείμενο στο βιβλίο του Η Παναγία των Παρισίων1 και στο κεφάλαιο: “Αυτό θα σκοτώσει εκείνο” προφητεύει την υποβάθμιση της αρχιτεκτονικής και την αποδίδει στην ανάπτυξη της τυπογραφίας. Ο Franc Lloyd Wright, καθώς γράφει στο βιβλίο του Διαθήκη2: “Είχα πάντα παρούσα στο νού μου την τραγωδία που έμελλε να συμβεί στην πολυαγαπημένη μου αρχιτεκτονική για την οποία έγραφε προφητικά ο V. Hugo. Αυτό που κατάλαβα όμως αργότερα, γράφει είναι ότι ο συγγραφέας αυτού του αποφθέγματος μέσα στην ορμή της ανοιχτής σκέψης του, είχε απλά επιβεβαιώσει την αλήθεια “η τέχνη δεν είναι δυνατό να επαναλαμβάνεται”. Έτσι ο ποιητής είχε προβλέψει μια ριζική αλλαγή στα στυλ και τις συνήθειες του παρελθόντος, αποτέλεσμα των νέων αναγκών, των νέων χρήσεων και των νέων μεθόδων που έφερναν οι εφευρέσεις και η εφαρμογή τους στις μηχανές αλλά και τα νέα υλικά  μαζί με τις αναπόφευκτες μεγάλες κοινωνικές αλλαγές στην ζωή των ανθρώπων. Είναι προφανές ότι οι τρεις λέξεις: Αρχιτεκτονική, Πολιτισμός και Παράδοση παραπέμπουν σε νοήματα μεγάλου βάθους, τα οποία ξεπερνάνε τις δυνατότητες μου, τις αρμοδιότητες της αρχιτεκτονικής μου ταυτότητας, αλλά και τα χρονικά όρια μιας  ομιλίας σαν την σημερινή.

Θα ήθελα όμως σήμερα, μιλώντας για αρχιτεκτονική να επισημάνω για ακόμα μια φορά, ότι οι δύσκολες και πολύπλοκες αυτές έννοιες τις οποίες θα επιχειρήσω να προσεγγίσω έχουν όλες ως αρχή και αφετηρία την εστία, τον οίκο και το κατοικείν με ότι αυτό συνεπάγεται για την ιστορία του ανθρώπου. Αυτό είναι το συμπέρασμα  στο οποίο έχουμε καταλήξει με τον Δημήτρη Αντωνακάκη από την εδώ και πολλά χρόνια αδιάκοπη σχέση μας, με την  αρχιτεκτονική: την πόλη τον πολιτισμό και την παράδοση, στον δύσβατο δρόμο που επιλέξαμε για την «Άσκηση» του αρχιτεκτονικού επαγγέλματος.

Η λέξη κληρονομιά αναφέρεται στην καταγωγή, ο κλήρος όμως συνδέεται με το τυχαίο έχει ένα νόημα στατικό, αντίθετα η λέξη παράδοση, είναι ίσως πιο εύστοχη  για το θέμα που μας ενδιαφέρει – καθώς το ρήμα παραδίδω παραπέμπει στην ενεργή συμμετοχή μας, προϋποθέτει κίνηση προς τα εμπρός και μια διαδικασία στην οποία θα πρέπει να υπάρχει συμμετοχή και από τις δύο πλευρές.
Θέματα πολύ δύσκολα τα οποία ξεπερνούν το τιμάριο της αρχιτεκτονικής πράξης, εμπλέκονται με το νόημα της παράδοσης όπως οι σχέσεις παλιού – νέου, κουλτούρας πολιτισμού, συνέχειας και ασυνέχειας τα οποία παραπέμπουν στο κείμενο των Μαξ Χορκχάιμερ και Τέοντορ Αντόρνο3 για την ατέλειωτη συζήτηση γύρω από την  καινοτομία και την έκπληξη τον αποκλεισμό του καινούργιου, την καθησυχαστική  μηχανική παραγωγή και  αναπαραγωγή γνώριμων μορφών του παρελθόντος (εγγύηση ότι τίποτα δε θα αλλάξει) που απομακρύνει ως ανώφελο κίνδυνο ότι δεν έχει δοκιμαστεί.

«Παράδοση όμως -όπως γράφει ο Σεφέρης- δε σημαίνει απαρίθμηση και μνείες παλαιών τίτλων, αλλά έργα που ζουν και γονιμοποιούν τη δημιουργική φαντασία των σημερινών ζωντανών ανθρώπων».4

Στην Ελλάδα, τόπο των μύθων και των συμβόλων – συμβόλων με ανεξάντλητο βάθος, η παράδοση αποτυπώθηκε στην ποικιλότροπη γλώσσα μας, σας επιστρέψουμε λοιπόν στην καταγωγή των λέξεων που αποκαλύπτουν θησαυρούς.

Αρχιτεκτονική, λέξη σύνθετη: από τις λέξεις αρχή και τέκτων – τέχνη με κοινή ρίζα τα ρήματα τίκτω που σημαίνει γεννώ και τεύχω που σημαίνει κατασκευάζω  Η σύζευξη της λέξης αρχή με τη λέξη τίκτω (γεννώ) οδηγεί στην επίμονη επανάληψη των μύθων και των εικόνων μέσα στο πέρασμα των αιώνων από άτομα και  λαούς που δεν είχαν επαφή μεταξύ τους και που εξηγείται μόνο αν δεχτούμε τον αρχέτυπο χαρακτήρα του σύμπαντος και του ποιητικού λόγου όπως γράφει ο Οκτάβιο Πας στο βιβλίο του Η Αναζήτηση της αρχής5 ο ίδιος υποστηρίζει ότι η ποιητική γνώση διατηρεί την κρυφή παράδοση από την αρχαιότητα και συγχωνεύει τις αντιθέσεις αφήνοντας να αστράψει στα μάτια μας η κοσμική αναλογία και ο μυστικός ρυθμός του σύμπαντος.

Αρχιτεκτονική, Ποίηση, Κόσμος, Αναλογία (Λόγος) και Σύμπαν: οι λέξεις παραπέμπουν σε δυο θεότητες που έρχονται από τα βάθη των καιρών και ξεπήδησαν από το χάος: στην Γαία και στον Ουρανό. Στην ύλη και στο πνεύμα, στο ορατό και στο αόρατο. Κατά τον Ησίοδο η κόρη του Ουρανού και της Γαίας, η Θέμις είναι θεά της δικαιοσύνης. Πως μοιράζεται λοιπόν δίκαια η γη και ποιο μερίδιο έχει το πνεύμα σ’ αυτή τη μοιρασιά; Να μια καθαρά αρχιτεκτονική δραστηριότητα στην οποία όμως έχει μεγάλη συμμετοχή η πόλη, ο πολιτισμός, η πολιτική όπως θα πρέπει να ασκείται.

Για την αρχαία Αίγυπτο η  Μάατ, θεά της δικαιοσύνης, της ζυγαριάς, συμβόλιζε το συγκρινόμενο βάρος: των πράξεων από τη μια και των υποχρεώσεων από την άλλη6. Στον ένα δίσκο του ζυγού ή υδρία με την καρδιά του νεκρού -σύμβολο της συνείδησης- και στον άλλο το φτερό της στρουθοκαμήλου -σύμβολο της Μάατ, θεάς της δικαιοσύνης και της αλήθειας-. Είναι  ενδιαφέρον ότι η  Μάατ συμβόλιζε επίσης τη μονάδα μήκους των Αρχαίων Αιγυπτίων τα 33 εκατοστά, αλλά ταυτόχρονα και το βασικό τόνο του φλάουτου. Το μέτρο λοιπόν της κατασκευής αλλά και της μουσικής -το μέτρο του χώρου και του χρόνου-, η κρίση και η σύγκριση, το ζύγιασμα και η συνείδηση -η συνοπτική αποτίμηση του παρελθόντος βίου- κατοικούν στο βάθος του αρχιτεκτονικού στοχασμού .

Ο θάνατος και το πέραν της ζωής, εμπλέκονται στη μυθολογική προσέγγιση νοημάτων που μας αφορούν άμεσα, ως διαχειριστές χώρων, αλλά και ως υπεύθυνους ή τουλάχιστον με ένα μερίδιο ευθύνης για τον πολιτισμό, τις πόλεις και τα υψηλά τείχη (για να θυμηθούμε τον ποιητή) τα οποία εγείρονται και με την δική μας ανοχή η και ενοχή και μας περιορίζουν ασφυκτικά.

Η μετάβαση από τη μια κατάσταση στην άλλη – από τη μια εποχή στην άλλη, καθώς τα μέσα εξελίσσονται και οι ανάγκες διαφοροποιούνται απαιτεί ένα χρόνο αφομοίωσης, συνειδητοποίησης, η σύγχυση μεταξύ σκοπών και μέσων έχει ολέθριες συνέπειες και αυτό δεν αναφέρεται φυσικά μόνο στην αρχιτεκτονική. Ο Le Corbusier ήδη από την δεκαετία του ’507, διαπιστώνοντας την αυξανόμενη σύγχυση μεταξύ σκοπών και μέσων και πιστεύοντας ότι η τεχνολογία δεν αποτελεί αυτοσκοπό, είχε γράψει προφητικά ότι οι δύο πόλοι θα πρέπει να κινούν την αρχιτεκτονική του μέλλοντος: η  τεχνολογία και η συνείδηση – και έχει δικαιωθεί όπως δείχνουν τα γεγονότα.

Μέσα στην παγκόσμια πραγματικότητα της αβεβαιότητας και της αλαζονείας των ισχυρών και στην κλίμακα των γεγονότων που μας ξεπερνούν, η αγωνιώδης ερώτηση που επανέρχεται είναι: υπάρχουν πράγματι ακόμα  περιθώρια για μας τους αρχιτέκτονες, ώστε να κρατήσουμε και να συνεχίσουμε με ένα τρόπο δημιουργικό το πνεύμα, που παραλάβαμε από τη φύση τους ανθρώπους την πόλη, τον πολιτισμό; να κρατήσουμε και να συγκρατήσουμε  το πνεύμα του τόπου, για να χρησιμοποιήσω την προσφιλή αυτή φράση, που αποτελεί και τον τίτλο του γνωστού βιβλίου του Christian Norberg Schulz: Genius Loci8 και έχει άραγε πλέον κάποιο αντίκρισμα αυτό το πνεύμα του τόπου στην σημερινή εποχή;

Η ουσιαστική συνέχεια της παράδοσης μέσα στη βοή της πληροφορίας και τον κορεσμό των εικόνων, που έρχονται από κάθε κατεύθυνση, μακριά από τον στενό ιστορικισμό και την επιπόλαιη αντιγραφή περιβλημάτων ζωής και αρχιτεκτονικών μορφών, είναι έργο ιδιαίτερα δύσκολο. Ο λόγος, η αρχή, με το νόημα της αφορμής και της αιτίας, η αναγνώριση των πραγματικών αναγκών θα έπρεπε να βρίσκονται στο βάθος κάθε αρχιτεκτονικής πράξης και στον πυρήνα της συνθετικής διαδικασίας. Όμως ο λόγος  με το νόημα της επιλογής  των προτεραιοτήτων, “οι στοχαστικές  προσαρμογές” του ποιητή, ολοένα και απομακρύνονται, από  τις κοινότητες των ανθρώπων, αποσυνδέοντας έτσι και την ουσιαστική προσφορά της αρχιτεκτονικής προς τον πολιτισμό. Η πρώτη πραγματικότητα ενός πολιτισμού όπως έγραψε ο Brodel (Μεσόγειος – τόμος Β’) είναι ο γεωγραφικός χώρος που του επιβάλλει τη βλάστηση του, εμείς ανήκουμε στη Μεσόγειο στον «πολιτισμό του βράχου» κι αυτό δημιουργεί προϋποθέσεις για την αρχιτεκτονική «Οι πολιτισμοί, γράφει  ο ίδιος είναι γεωγραφικοί χώροι που δημιουργούν εξαρτήσεις που ο άνθρωπος επεξεργάζεται ακατάπαυστα …». Αυτή η ακατάπαυστη επεξεργασία θα πρέπει να είναι ο στόχος για μια ρέουσα παράδοση που δεν παραιτείται αλλά ανανεώνεται συνεχώς. Είναι αυτή η αέναος ηρακλείτειος ροή η οποία διασφαλίζει και τη διάρκεια μέσα στους αιώνες και την αλλαγή όπως γράφει ο Μ. Κοπιδάκης στην εισαγωγή της Ιστορίας της Ελληνικής γλώσσας9. Ο Brodel, επίσης αναλύει διεξοδικά την πολυπλοκότητα της έννοιας πολιτισμός και διαχωρίζει τον πολιτισμό από τους πολιτισμούς στον πληθυντικό, υποστηρίζοντας ότι οι πολιτισμοί δεν είναι απλές οργανικές υπάρξεις με γραμμικό προδιαγεγραμμένο μέλλον: γέννηση, ανάπτυξη, θάνατο.  Δεν είναι θνητοί, λοιπόν οι πολιτισμοί και διαχέονται προσαρμοζόμενοι σε μεγάλες περιοχές πέραν από τον αρχικό πυρήνα της εμφάνισής τους, αυτές οι ζώνες επιρροής δημιουργούν πολιτισμικές ενότητες οι οποίες συχνά δεν έχουν άμεση γεωγραφική σχέση με το περιβάλλον της καταγωγής τους, άλλοι είναι οι παράγοντες που καθορίζουν τα «δάνεια» όπως τα αποκαλεί ο Brodel και την γόνιμη συνέχιση και προσαρμογή τους στις  ιδιαιτερότητες των εκάστοτε δεδομένων. Το θέμα αυτό αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αρχιτεκτονική στην παρούσα εποχή της παγκοσμιοποίησης και συνδέεται άμεσα με το θέμα της επιλογής και της κριτικής ματιάς στην πληθώρα των προσφερόμενων εικόνων.

Η σύγχυση μεταξύ σκοπών και μέσων στην οποία ήδη αναφερθήκαμε ολοένα και μεγαλώνει, το θέμα της κλίμακας των εγχειρημάτων αλλά και των  επιπόλαιων εντυπωσιακών έργων, προτάσεων συνήθως χωρίς αφομοίωση και προσαρμογή, οδηγεί νομοτελειακά στην έκπτωση της αρχιτεκτονικής και στην εξαφάνιση της ποιητικής διάστασης από  τους χώρους της καθημερινής ζωής. Το καίριο πλήγμα το υφίσταται η κατοικία και από εκεί η διάβρωση διαχέεται σε όλες τις περιοχές της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Ας αναφερθώ λοιπόν και πάλι στον Christistian Norberg Shulz για μια σύντομη αναγνώριση των ιδιαιτεροτήτων του ελληνικού τόπου στο κεφάλαιο “Φύση και ένταξη κτιρίων”, γράφει: «Το ελληνικό τοπίο χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία. Αντί για αχανείς μονότονες εκτάσεις συντίθεται από οριοθετημένους χώρους που μοιάζουν να προορίζονται από πριν για ανθρώπινους οικισμούς. Κοιλάδες και γόνιμες πεδιάδες μικρών διαστάσεων, ορίζονται από υψηλά βουνά δύσβατα… ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού περιβάλλοντος είναι  η προσωπικότητα του τόπου… και συνεχίζει αναγνωρίζοντας το διπλό χαρακτήρα της προστασίας και της απειλής που συναντάει κανείς συχνά στο ελληνικό τοπίο υποστηρίζοντας ότι αυτές οι ιδιαιτερότητες του τοπίου γέννησαν και τους θεούς των Ελλήνων.

Κι ο Δημήτρης Πικιώνης αναγνωρίζοντας στην λαϊκή αρχιτεκτονική αντίστοιχες αρετές τις οποίες αποδίδει στη μέσα βλέψη γράφει στα ιδεογράμματα της οράσεως:«Απειρία σχημάτων, η μηχανική, η ανθρώπινη και υπερανθρώπινη εφαρμοσμένη σε μύρια σχήματα, μύριες ματιέρες που υπηρετούν μύριες ανάγκες και σκοπούς ζωής… Το θείό, το ανθρώπινο… το λαϊκό, το προηγμένο, το βιοτεχνικό, η το βιομηχανικό, που συντυχαίνουν σε μιαν απειρία συνέπειας τυχαιότητας η απρόοπτου από τους πλέον διάφορους δρόμους της ζωής… πέραν από ότι η γονιμότερη φαντασία μπορεί να εικάσει…».

Αυτό είναι το υπόβαθρο που κατευθύνει τις επιλογές μας για κάθε θέμα στο οποίο καλούμαστε να διαμορφώσουμε αρχιτεκτονικές προτάσεις προσαρμοσμένες στα συγκεκριμένα δεδομένα: του τόπου κλίμα έδαφος περιβάλλον, προσανατολισμός αλλά και τις δεσμεύσεις του νόμου, τους οικονομικούς και τεχνικούς περιορισμούς καθώς και τα δεδομένα  του προγράμματος το οποίο δεν καταγράφει πάντα τις πραγματικές ανάγκες αλλά συχνά ανάγκες πλαστές αλλοιωμένες από πολλαπλές επιφανειακές και επιπόλαιες επιρροές ανεξάρτητες από ποιότητες που παραπέμπουν στην ουσία του θέματος η εμβάθυνση οδηγεί συνήθως στην αναδιοργάνωση των ενοτήτων του προγράμματος.

Μετά από τη σύντομη αυτή αναγνώριση των δεδομένων θα επιχειρήσω με μια πολύ συνοπτική περιήγηση να συσχετίσω με ενδεικτικές εικόνες το ύφος και την κλίμακα της ελληνικής γης (που επεκτείνονται προφανώς και στο νησί της Κύπρου, γλώσσα, φύση και κτίσματα  έχουν κοινές καταγωγές και ανήκουν στην ίδια πολιτισμική ενότητα).

Τα διαχρονικά αυτά χαρακτηριστικά επανέρχονται  αέναα  επιστρέφουν συχνά ανανεωμένα μετά από τα ταξίδια τους στην οικουμένη και αποτελούν  γενέτειρες αρχιτεκτονικών εμφανίσεων που προσαρμόζονται γόνιμα σε διαφορετικά  τοπικά και  πολιτισμικά  δεδομένα .

ΦΥΣΗ ΚΤΙΣΜΑ

Τις αρετές, τις ιδιαιτερότητες, την κλίμακα του ελληνικού τοπίου και τη σχέση του με τα κτίσματα που έφτασαν μέχρι εμάς, τις είχαν αναγνωρίσει αρχιτέκτονες που ταξίδεψαν στην Ελλάδα και σημάδεψαν την παγκόσμια αρχιτεκτονική σκηνή, αυτοί κατάφεραν να ανακαλύψουν τις ρίζες που οδηγούν στον καρπό για να θυμηθούμε πάλι το Σεφέρη δεν έμειναν σε επιπόλαιες επιφανειακές μιμήσεις μορφών και περιβλημάτων αλλά μετουσίωσαν ότι αφομοίωσαν αποδεικνύοντας μια γόνιμη ερμηνεία της παράδοσης. Ο Le Corbusier  γράφει για την επίσκεψη του στην Ακρόπολη των Αθηνών:«Είκοσι τριών χρονών έφτασα μπροστά στον Παρθενώνα στην Αθήνα… Εβδομάδες ολόκληρες, άγγιζα με τα ανήσυχα, έκπληκτα γεμάτα σεβασμό χέρια μου αυτές τις πέτρες, που τοποθετημένες όρθιες στο επιθυμητό ύψος ανάδιναν την πιο τέλεια μουσική… Σάλπιγγες χωρίς φωνή, αλήθεια των θεών. Η αφή είναι, γράφει, είναι μια δεύτερη μορφή όρασης. Την αρχιτεκτονική και την γλυπτική μπορείς να τις θωπεύσεις όταν η ολοκληρωμένη επιτυχία τους γραμμένη στη μορφή, προκαλεί το χέρι να πλησιάσει».

Θα επιχειρήσω στη συνέχεια να επισημάνω και να εικονογραφήσω, με μερικές  ενδεικτικές προβολές,  μερικά από τα διαχρονικά χαρακτηριστικά, τα οποία αποτελούν την ουσία της παράδοσης και την ερμηνεία του τόπου στην αρχιτεκτονική.

Η  ΜΕΤΑΒΑΣΗ

Κατώφλια  ενδιάμεσος χώρος:
Από τον ένα χώρο στον άλλο, από την μια κατάσταση στην άλλη δημιουργούνται  περιοχές – κατώφλια με διφορούμενο νόημα.
Η δύναμη και το νόημα του κενού – υπαίθριο – κλειστό.
Το κενό με τις αναλογίες τους άξονες την κλίμακα και την υφή του αποτελεί γενέτειρα της σύνθεσης και πυκνωτή των δραστηριοτήτων – αντανάκλαση της ζωής που εκτυλίσσεται στον κλειστό χώρο. (Πλατείες, αυλές)
Η επεξεργασία της κίνησης.
Η περιήγηση, η διαδρομή εντός η εκτός του χτισμένου χώρου. Δρόμοι εσωτερικοί και εξωτερικοί. Κίνηση και στάση.

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΦΩΣ ΣΚΙΑ

Ο Louis Kahn για την διαδοχή φωτός, σκιάς «Η Ελληνική Αρχιτεκτονική με δίδαξε ότι η κολώνα υπάρχει όπου δεν υπάρχει φως. Το θέμα επαναλαμβάνεται: φως, όχι φως, φως, όχι φως, φως… Μια κολώνα και μια κολώνα φέρουν το φως ανάμεσα τους. Το να κάνεις μια κολώνα να αναδύεται από τον τοίχο και να δημιουργεί δικό της ρυθμό: φως, όχι φως, φως αυτό είναι το θαύμα του καλλιτέχνη».

ΒΛΕΜΜΑ ΧΩΡΟΣ Α

Η κοιλότητα και ο λόφος.Χτισμένο τοπίο. Το κοίλο και η σχέση του βλέμματος στην αρχιτεκτονική. Θέατρα. Οικισμοί.

Ο Αldo van Eyck συνδέοντας τη φύση με τον άνθρωπο και την αρχιτεκτονική με τη γη σχεδίασε το γνωστό μας σχέδιο και έγραψε: «άνθρωποι, κάθονται γύρω από ένα κέντρο, σε μια κοιλότητα η ατενίζοντας προς τα έξω, τον ορίζοντα. Υπάρχουν δυο τρόποι για να ευρίσκονται μαζί, ή να είναι  μόνοι, οι άνθρωποι… οι  εικόνες φυσικά έχουν διφορούμενα νοήματα – ο λόφος αποκαλύπτει, ότι πιθανόν κρύβει η κοιλότητα. Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα, στραμμένος και προς το κέντρο και προς τον ορίζοντα… Λόφος και κοιλότητα, ορίζων και κέντρο τα μοιράζονται όλοι όσοι κάθονται γύρω από το κέντρο, και τα δυο τους  συνδέουν και τα δυο τους θέλγουν…».

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το να ασκείς και να ασκείσαι στην αρχιτεκτονική, επιχειρώντας να συνοψίσεις όλα εκείνα που από χρόνια επιχειρείς να διατυπώσεις με έργο, παλεύοντας με μια τραχιά πραγματικότητα, με την αδιαφορία να σε περιβάλλει, με τον πληθωρισμό της άδειας εικόνας να καταβροχθίζει το ποικιλόμορφο τοπίο, με μια αμείλικτη γραφειοκρατία που μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις έχει πρόσωπο και  ξεφεύγει από την ουδέτερη  ευθυνοφοβία, είναι μια πράξη ιδιαίτερα οδυνηρή. Όλα αυτά οδηγούν στην ανάγκη να επιστρέψει  η αρχιτεκτονική και πάλι στον πολιτισμό. Σ’ αυτό   θα συμβάλλει ή στήριξη και η υποστήριξη από την πολιτεία, των πολιτισμικών ενοτήτων στις οποίες  συνοπτικά αναφέρθηκα. Τότε μόνο το κάθε αρχιτεκτονικό έργο μικρό η μεγάλο θα αποτελεί μια έστω ελάχιστη προσφορά από τον τοπικό στον οικουμενικό πολιτισμό.

Τελειώνοντας θα έλεγα επιστρέφοντας πάλι στα κείμενα και στην Ελληνική γλώσσα ότι κι εμείς οι αρχιτέκτονες με όλη την έκπτωση της αρχιτεκτονικής που βιώνουμε θα μπορούσαμε, να αντλήσουμε δύναμη από την αντοχή της ελληνικής γλώσσας στο πέρασμα των αιώνων. Η ποιητική υποδομή της, γλώσσας μας η αφομοιωτική της αυτοπεποίθηση, έχει αποδείξει πως υποδέχεται και αφομοιώνει τις ιδιοτυπίες της ελληνικής γλώσσας που: κατά τον Μ. Ζ. Κοπιδάκη10 είναι:
Αφαιρετική ικανότητα
Πλαστικότητα
Σημασιολογικός πλούτος
Ανταγωνιστική πολυτυπία

Αυτά τα χαρακτηριστικά τα οποία προσαρμόζονται και στην ποιητική του χώρου οφείλουμε να τα επεξεργαζόμαστε ακατάπαυστα για μια αρχιτεκτονική που στοχεύει στην  πολιτισμό. Ενδεικτικό της επινόησης και της ανάγκης να ξεφύγουν οι έλληνες από την στεγνή αριθμητική είναι ότι για να εκφράσουν τις ιδιαιτερότητες των προσώπων επινοούν μυριάδες ονόματα, την ανάγκη αυτή των ελλήνων για  ιδιοπροσωπία επισημαίνει ο Μ. Ζ. Κοπιδάκης στην ομιλία του με τον χαρακτηριστικό τίτλο:«Η γλώσσα είναι πατρίδα» αναφερόμενος σε μερικά από τα πενήντα ονόματα με τα οποία ο Ησίοδος ονομάτιζε τις Νηρηίδες: Πλωτώ, Αμφιτρίτη, Ποντοπόρεια, Σαώ, Γαλήνη, Γλαύκη, Κυμοθόη.

Οι δυσκολίες που συναντάει η αρχιτεκτονική είναι άπειρες, σ’ αυτόν τον δρόμο της επιθυμίας για αναγνωσιμότητα αλλά και πολλαπλότητα, για σχεδιασμό και κατασκευή χώρων αφηγηματικών, που μας επιτρέπουν να συνεπάρουμε άλλους, έξω από το δικό μας εγώ. Πρόκειται για τόπους ζωής οι οποίοι προσφέρουν όσα χαρακτηριστικά οφείλει να διαθέτει κάθε κατοίκηση να είναι βαθιά ποιητική, όπως το έγραψε και τόσο γλαφυρά ανέπτυξε  ο Χάιντεγκερ… Σ’ αυτό τον δύσκολο δρόμο που διανύει η αρχιτεκτονική βάλλεται από παντού, από πληθωρισμούς και στερήσεις, χιλιάδες βουβές εικόνες, απειρία υλικών, βουλιμία και άμετρη επιδεικτικότητα, υπεροψία η ραθυμία της εξουσίας, σχολαστικότητα και ευθυνοφοβία για την ερμηνεία των νόμων και το πιο επώδυνο αδιαφορία που καταλήγει σε επιθετικότητα  στα σώματα των κτιρίων που σχεδιάστηκαν  με  αγάπη…

Κι αν σκεφτεί κανείς  ότι κατοικούμε αυτόν τον μαγικό τόπο, και μιλάμε μια γλώσσα που έχει συγκρατήσει την συνέχεια της και σαν άνθος πολιτισμούτο στημονολογικό της λεξιλόγιο  από τα χρόνια του Ομήρου. Λέξεις όπως θάλασσα, και πληγή έχουν μείνει ανέπαφες από τότε -λέξεις χαρακτηριστικές που μας ένωσαν εδώ και αιώνες όλους εμάς τους πεισματάρηδες ελληνόφωνους που παρά τις πολλαπλές πιέσεις εξακολουθούμε να μιλάμε αυτή την πλούσια γλώσσα και να την υποστηρίζουμε με ποίηση γραπτή και χτισμένη-. Αυτή η γλώσσα μας οδηγεί και μας παρηγορεί στις δύσκολες στιγμές του βίου και μας δίνει κουράγιο για να φωτίσουμε και εμείς με τα μικρά η μεγάλα έργα μας τον δρόμο προς ένα  πολιτισμό που τα κύρια χαρακτηριστικά του θα είναι  η διαδικασία του εξανθρωπισμού και η ανάπτυξη των πνευματικών ικανοτήτων του ανθρώπου, ένα πολιτισμό που μας επιτρέπει να ελπίζουμε και να ονειρευόμαστε κι ας μη ξεχνάμε ότι και η λέξη ονειροπόλος έχει μείνει ανέπαφη από τον καιρό του Ομήρου.

Ο  Σεφέρης που τόσο αγάπησε την Κύπρο έγραψε στις Δοκιμές:
«Μαθαίνουμε την τέχνη μας σε πολλά και διάφορα εργαστήρια είτε μέσα είτε έξω από την Ελλάδα. Πώς να γίνει αλλιώς; Όλοι μας πρέπει να διδαχτούμε και να επεξεργαστούμε αυτό που διδαχτήκαμε. Αλλά ότι και να κάνουμε, όσο και να μας απελπίζουν κάποτε οι κακές πλευρές της πολυμήχανης εφευρετικότητας μας, δεν μπορούμε να καταργήσουμε το γεγονός ότι είμαστε ένας λαός με παλικαρίσια ψυχή, που κράτησε τα βαθιά κοιτάσματα της μνήμης του σε καιρούς ακμής και σε αιώνες διωγμών και άδειων λόγων. Τώρα που ο τριγυρνός μας κόσμος μοιάζει  να θέλει να μας κάνει τρόφιμους ενός οικουμενικού πανδοχείου, θα την απαρνηθούμε άραγε αυτή τη μνήμη; θα γίνουμε απόκληροι;

Δεν γυρεύω μήτε το σταμάτημα μήτε το γύρισμα προς τα πίσω, γυρεύω το νου την ευαισθησία και το κουράγιο των ανθρώπων που προχωρούνε εμπρός».

1 Victor Hugo. Notre dame de Paris. ed. POCKET, 1989.
2 Franc Lloyd Wright. Testament. ed. Parentheses, collection eupalinos, 2005.
3 Μαξ Χορκχαίμερ και Τέοντορ Αντόρνο. Η βιομηχανία της κουλτούρας: Τέχνη και μαζική κουλτούρα. Εκδ. Υψηλον, 1984.
4 Γιώργος Σεφέρης. Δοκιμές, Β τόμος. Εκδ. ΙΚΑΡΟΣ, 1947.
5 Οκτάβιο Πας. Η αναζήτηση της αρχης. Eκδ. Iριδανος (μετ. Μαρια Ρουσσου).
6 Ίταλο Καλβίνο. Έξι προτάσεις για την επόμενη χιλιετία. Εκδ. Αλεξανδρεια, 1995.
7 Le Corbusier. Entretien. ed. De Minuit, 1957.
8 Christian Norberg Schulz. Genius Loci, Paysage Ambiance. Architecture Edit Pierre Madraga, 1981.
9 Ιστορία Ελληνικής Γλώσσας. Ελληνικό Λογοτεχνικό Αρχείο, Αθήνα, 1999.
10 Μ. Ζ. Κοπιδάκης. Η γλώσσα είναι πατρίδα. Εκδ. Μικρός Ναυτίλος, Ηράκλειο, 2000.